Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

Βόρεια Πάρνηθα, Σφενδάλη, Αγελαδοκορφή, Σκίμθι


Μου αρέσει το τρένο κι έτσι βρέθηκα πάλι στο σταθμό για το τρένο στη Σφενδάλη (Μαλακάσα). Η εξόρμηση ήταν οργανωμένη από τον ΕΟΣ Αχαρνών.

 Αυτή τη φορά φτάσαμε στη Σφενδάλη και βρήκαμε ένα μεγάλο πλήθος πεζοπόρων να συγκεντρώνεται πίσω από το σταθμό.

Αποφασίστηκε να γίνουν δύο ομάδες.  Μία με εύκολη διαδρομή και αρχηγό τον Νίκο Καρρά και η άλλη που περιλαμβάνει και ανάβαση στην κορυφή Σκίμθι με την Σοφία Πάλλη.

Από την Σφενδάλη κάναμε δεξιά και αρχίσαμε να ανεβαίνουμε την πλαγιά, μια καλή ανηφόρα ανάμεσα σε κουμαριές και πουρνάρια.
Κατά διαστήματα το τοπίο άλλαζε σε συστάδες πεύκων με ξέφωτα ανάμεσα τους και σκόρπια θαμνοειδή όπως φασκόμηλα και ασφάκες.

Πολλά μανιτάρια ξεπηδούσαν από δω κι από κει, ένας παράδεισος για την Αργυρώ με το καλαμένιο παραδοσιακό καλαθάκι της περιφερόταν ανάμεσα στα δένδρα σαν τη κοκκινοσκουφίτσα μαζεύοντας.

Πιο ψηλά τα δένδρα χαμήλωσαν και αραίωσαν ανάμεσα στα καρστικά πετρώματα που κυριαρχούσαν στην περιοχή.

Έτσι μας αποκαλύφθηκε ελεύθερα ο ορίζοντας και η καθαρή μετά τη βροχή ατμόσφαιρα άφηνε το μάτι να ταξιδεύει πάνω από τον Ευβοϊκό προς τα ανατολικά με τα βουνά της Εύβοιας να φοράνε τα συννεφένια σκουφάκια τους. Η θάλασσα είχε ένα ασημί χρώμα και στα βόρεια έβλεπες την Χαλκίδα πανέμορφη να λαμπυρίζει μέσα σε αυτό το ασήμι.
Ανηφορίσαμε μέχρι την κορφή του βουνού (την Αγελαδοκορφή), αλλά δεν μπορούσες να σταθείς γιατί ο αέρας έτσουζε.

 Λουφάξαμε πίσω απο όποιο βραχάκι μας κάλυπτε, η Κατερίνα εβγαλε ένα λαχταριστό σοροπιαστό γλυκό και απολαυσα ένα καλό κολατσιό.

Μετά από ένα τέταρτο μαζευτήκαμε αυτοί που θαέκαναν την ανάβαση στο Σκίμθι και κατηφορίσαμε  προς τον αυχένα που χώριζε την Αγελάδα(;) από το Σκίμθι.
Η βροχή άρχισε να δυναμώνει. Δυνάμωσε και η μουρμούρα. Μερικοί έριξαν την ιδέα να πάμε με αυτούς που έκαναν τη εύκολη διαδρομη και από το σημείο που ήμασταν θα κατέβαιναν κατευθείαν στην Σφενδάλη.

Μερικοί πιο αγριεμένοι πρότειναν να πάμε προς Αυλώνα και άφησαν να πλανάται στην ατμόσφαιρα η υπόσχεση μιας θαλπωρής στην ταβέρνα με το κρασάκι και τα παϊδάκια.
Τελικά επικράτησαν "οι λογικοί" που επέμειναν ότι δεν εγκαταλείπουμε ένα στόχο και πρέπει να ανεβούμε στην κορυφή.

Η βροχή δεν κράτησε πολύ η ανηφόρα όμως κράτησε και γίναμε μουσκεμα από τον ιδρώτα. Όταν η υγρασία είναι μεγάλη δεν εξατμίζεται ο ιδρώτας, οπότε βρέχει δεν βρέχει το ίδιο είναι.

Φτάσαμε στην κορυφή, κάναμε το συνηθισμένο διάλειμμα, μοιραστήκαμε τωρα άλλα φαγώσιμα και πιάσαμε ένα απάγγειο να ξαποστάσουμε. Η θέα ήταν η ίδια όπως στην Αγελαδοκορφή, απλά από άλλη γωνία και από ψηλότερα.

Η ατμόσφαιρα είχε όμως καθαρίσει κι άλλο. Τα σύννεφα της βροχής πήγαν ψηλότερα και έτσι μας αποκάλυψαν και ένα κομμάτι της Πάρνηθας που δεν φαινόταν.
 Το μάτι έφτανε πέρα από τη Χαλκίδα, ξεχώριζες την παραλία της Νέας Αρτάκης στο βάθος.

Η επιστροφή έγινε από ένα κακοτράχαλο σχεδόν μονοπάτι που διακοπτόταν από διαστήματα που έπρεπε να κάνεις καταρρίχηση σε γλιστερά από την βροχή και την λάσπη βράχια.

Φτάσαμε στο Παλιομήλεσι, κόμβος για διαδρομές στην Πάρνηθα, γνώριμο μέρος, έβγαλε ο Χρήστος Βαρελάς το μπουκάλι με το τσίπουρο, ήπιαμε κάνα δυο να μην το κουβαλάει άδικα ο άνθρωπος και βιαστικά πήραμε το μονοπάτι για την ταβέρνα στον σταθμό της Σφενδάλης για τα περαιτέρω.
 Το βιαστικά δεν το λέω σαν σχήμα λόγου, κυριολεκτικά, μερικοί δεν πιάνονταν!




Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012

Καζίνο, Πύργος Λοιμικού, Αυλώνα.

Να 'μαστε πάλι στον τόπο συγκέντρωσης των Παρνηθοδρόμων. Πως και πως περιμένουμε να έρθει η Κυριακή να περπατήσουμε. Λέτε να έχουμε εθιστεί;
Πάντως κακό δεν μας κάνει. Μάλλον καλό.

Αυτή τη φορά συμφωνήσαμε όλοι με τον Νίκο Μακρή του ΕΟΣ Αχαρνών να πάμε προς Μόλα και καιρού επιτρέποντος μέχρι τον Πύργο Λοιμικού.

Ανεβήκαμε με το τελεφερικ στο καζίνο, συγκεντρωθήκαμε, μετρηθήκαμε να ξέρουμε πόσοι είμαστε και μετά πόσες απώλειες θα έχουμε (εντάξει πλάκα κάνω) και ξεκινήσαμε κάνοντας μια μεγάλη γραμμή πεζοπόρων στο μονοπάτι. Είμαστε αρκετοί.

Όλοι είχαν γρήγορο βήμα, στο πι και φι φτάσαμε στο καταφύγιο στο Μπάφι.
Ήπιαμε τα τσάγια μας, τους καφέδες μας και ξεκινήσαμε για Μόλα.

Εγώ είμαι από τους ανθρώπους που χαζεύουν στο δρόμο με τα φυτά τα έντομα, τα μανιτάρια και έχασα τους προπορευόμενους 

Σχεδόν έτρεξα να τους προλάβω στον Άγιο Πέτρο, που όταν έφτασα είχαν ήδη φύγει. Ευτυχώς ήξερα την κατεύθυνση και σε 2 - 3 χιλιόμετρα τους έφτασα.
Η ατμόσφαιρα ήταν γλυκιά χωρίς πολύ κρύο, μπόλικη υγρασία, και τα πράσινα λιβάδια της Μόλας ήταν ποίημα της φύσης. με τη μυρωδιά του βρεγμένου χώματος να ευφραίνει τις μύτες μας.

Το μονοπάτι είναι αρχικά κατηφορικό, μέσα από πυκνή βλάστηση. παντού βρίσκαμε σκαψίματα πιθανά από γουρούνια. Άκουσα οτι υπάρχουν γουρούνια που ζουν ελεύθερα μέσα στο δάσος, αλλά δεν είδαμε κανένα. Φτάσαμε σε μια λάκα στο Λοιμικό όπου υπάρχει μια ταμπέλα που δείχνει τις κατευθύνσεις. Ανηφορίζοντας και 100 μετρα δεξιά μας είναι το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου.

Μερικοί πέρασαν από κει, άλλοι όμως κάναμε αριστερά, περνώντας μια ραχούλα και φτάσαμε στο οχυρό των αρχαίων Αθηναίων, γνωστό ως Πύργος Λοιμικού.

Χτισμένο από πελεκημένους ογκόλιθους   έπαιζε τον ρόλο προκεχωρημένου φυλακίου κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο.

Μερικοί σκαρφάλωσαν στην κορυφή του, οι άλλοι που είχαμε ξαναπάει πιάσαμε τη ρίζα του ανατολικού τοίχου που απάγκιαζε και βγάλαμε τα εφόδια να πάρουμε δύναμη. Φρούτα, ξηρούς καρπούς και το απαραίτητο τσίπουρο.

Μείναμε αραχτοί για κάνα μισάωρο και κάποιοι που έχουμε το διάολο μέσα μας αποφασίσαμε να συνεχίσουμε μέχρι τον Αυλώνα και να πάρουμε το τρένο για επιστροφή.
Δεν υπάρχει κίνδυνος να χαθείς, γιατί τα μονοπάτια είναι καλά σημαδεμένα, οπότε δεν θα κάναμε δα και καμιά παλικαριά.
Έτσι οι μισοί ξεκίνησαν για την επιστροφή από τα ίδια κι εμείς πριν από τον Αη Γιώργη κατηφορίσαμε στο γλιστερό μονοπάτι μέχρι την λάκα Πύρεζα.

Ένα όμορφο μέρος με μια θολή λιμνούλα και ένα πηγάδι με έναν φουκαρά λαγό πνιγμένο μέσα.

Εκεί ξεκινούν δύο μονοπάτια. Το ένα από απέναντι που βγάζει Σαλονίκι και Σφενδάλη και το αριστερό βορειοανατολικά για Αυλώνα
Βγάλαμε κάποιες φωτογραφίες και πήραμε το αριστερό που μας έβγαλε στο εκκλησάκι του Αη Νικόλα. Μόλις φτάσαμε κι έπιασε μια καλή βροχή.

Μπήκαμε μέσα στο εκκλησάκι εκτός από τον Δημήτρη που τυλιγμένος στο αδιάβροχο το απολάμβανε. και ο Γιάννης που το συνδύαζε με τσιγάρο (τσ τσ τσ). Η βροχή σταμάτησε μετά από ένα 10λεπτο και μπήκαμε στο μονοπάτι που ακολουθούσε τους πρόποδες του βουνού με το όνομα Μικρό Αρμένι. Εκεί βρήκαμε ένα τεράστιο αρσενικό ελάφι που ψυχορραγούσε τραυματισμένο στην κοιλιά που ή το πυροβόλησε κάποιος ή του επιτέθηκαν κάποια ζώα.

Δεν μπορούσαμε να του προσφέρουμε κάποια βοήθεια, συζητώντας αργότερα περασε από το μυαλό μας μερικών ξεχωριστά να μπορούσαμε να του κάνουμε ευθανασία.

Το αφήσαμε στην σκληρή του μοίρα και συνεχίσαμε μέχρι τον χωματόδρομο κάτω πό το απότομο βουνό που φαίνεται από τον Αυλώνα το Μεγάλο Αρμένι.. Κόβοντας δρόμο από το μονοπάτι βγήκαμε στον άσφαλτινο δρόμο στο εκκλησάκι της Αγίας Τριάδας. Περπατώντας στην ασφαλτο φτάσαμε στον Αυλώνα. Το τρένο το χάσαμε, οπότε μπήκαμε στην ταβέρνα να παρηγορηθούμε με παϊδάκια και κρασί.
Τα χιλιόμετρα που διανύσαμε ήταν 20,3 σε 6.30 ώρες.

Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2012

Ανάβαση στο καζίνο χωρίς μονοπάτι

Κανονίσαμε αυτή την Κυριακή να "κανονίσουμε" ένα κουνέλι που πρόσφερε ο Χρήστος και το έκανε στιφάδο η Μαρία, οπότε έπρεπε η πορεία μας να είναι σύντομη για να γυρίσουμε το μεσημέρι έγκαιρα.

Έτσι με προτροπή του Χρήστου πήραμε τον χωματόδρομο κάτω από τα σύρματα του τελεφερίκ μέχρι τους πρόποδες του βουνού.

Από κει ανηφορίσαμε ανάμεσα στα κλαριά και τα δένδρα προσπαθώντας να βρούμε προσπελάσιμο δρόμο.

Δύσκολο όμως. Κάναμε στην αρχή δεξιά, βρήκαμε αδιαπέραστο δάσος, γυρίσαμε προς τα αριστερά, ξανακατεβήκαμε λίγο μέχρι που βρήκαμε μια διαδρομή χωρίς κάποιο μονοπάτι, αλλά με λίγη αναρρίχηση σε κάποια βραχάκια και κόντρα ανηφόρα, βγήκαμε σε κάποιο είδος μονοπατιού, που εξυπηρετεί μάλλον αυτούς που έχουν βάλει τις κολώνες, πιθανά του ΟΤΕ.

Πιο πάνω πέσαμε σε κάποιους θάμνους, κάναμε κάποια πέρα-δώθε και βγήκαμε σε ένα μονοπατάκι κάτω από το καζίνο που υπάρχει μια χωματερή. Δεν ξέρω αν το έχει υπ' όψη της η διεύθυνση του καζίνου, αλλά όλοι συμφωνήσαμε ότι είναι απαράδεκτο.
 Βέβαια η περιοχή μάλλον είναι αρμοδιότητα του δασαρχείου, αλλά τα σκουπίδια είναι του καζίνου. Σαν να τα έκρυψε κάτω απο το χαλί. Τα σκουπίδια όμως τα βρήκαμε και σχεδόν κολλητά στους τοίχους του κτιρίου.

Τέλος πάντων ανεβήκαμε και στην καφετέρια του καζίνου για καφέδες και απεριτίφ  να τους ενισχύσουμε, μήπως και φιλοτιμηθούν και καθαρίσουν το μέρος.
Από κει φύγαμε για το κουνέλι, το οποίο τιμήσαμε δεόντως



Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012

Βόρεια Πάρνηθα. Αυλώνα, Μονή Στουδίου, Αγία Μαρίνα, Βούντημα

Αυτή την Κυριακή το πρόγραμμα του ΕΟΣ Αχαρνών είχε μια διαδρομή συνηθισμένη πια, την έχω κάνει 2-3 φορές ως προς την περιοχή. Η διαφορά από τις άλλες διαδρομές της Πάρνηθας είναι ότι παίρνουμε το τρένο για να πάμε στην αφετηρία της πορείας.
Σχεδόν φαινόταν ρουτινιάρικη, το καλό ήταν πως θα ερχόταν όλη η παρέα ακόμα και ένας φίλος ο Τάσος που είχα 25 χρόνια να τον δω.
Το πρωί στις 9 και κάτι, βρέθηκα στον σταθμό του Αγίου Στεφάνου με παλιούς συνοδοιπόρους που γνωριζόμασταν φατσικά και μια φίλη να ανταλλάσσουμε παλιές ιστορίες για πεζοπορίες και περασμένα.
Το τρένο ήρθε στην ώρα γεμάτο, τόσο που ψάχναμε σε ποια πόρτα να σφηνωθούμε. Τέλος πάντων σφηνωθήκαμε στην πόρτα του τελευταίου βαγονιού, βρεθήκαμε μισοκρεμασμένοι από ότι έφτανε το χέρι μας και συνεχίσαμε την μικρή απόσταση μέχρι τον Αυλώνα.
Το τρένο σχεδόν άδειασε στον Αυλώνα και μαζευτήκαμε πίσω από τον σταθμό.
Πολύς κόσμος, σκέφτηκα, θα έχουμε καθυστερήσεις, όπως γίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις. Διαψεύστηκα αργότερα.
Ξεκινήσαμε κατά τις 10 και ανηφορίσαμε ανάμεσα από τις αυλές και τα σπίτια του Αυλώνα, με τα σκυλιά να μας γαβγίζουν αναστατωμένα από το πλήθος.
Στο 1,5 χιλιόμετρο έξω από το χωριό σταματήσαμε στην παραδοσιακή βρύση να οργανωθούμε και να εφοδιαστούμε με νερό.
Από κει συνεχίσαμε για ένα χιλιόμετρο μέχρι το εκκλησάκι της Αγίας Τριάδας, πήραμε μια ανάσα και μπήκαμε στο μονοπάτι προς νότια Πάρνηθα. Από κει πάμε και για Σαλονίκι, Λοιμικό.
Boletus suilus
Όταν φτάσαμε όμως στην λιμνούλα που σχηματίζεται από τα σκαψίματα της εταιρίας φυσικού αερίου κάναμε δεξιά προς την Μονή Νέου Στουδίου. Ένα μικρό γραφικό μοναστήρι που πολλοί έκαναν μια στάση. Το δασάκι που βρήκαμε μετά ήταν γεμάτο μανιτάρια. Συνήθως έχω μια τσάντα μαζί μου για ότι ήθελε προκύψει και την γέμισα με μανιτάρια τα λεγόμενα Boletus suilus. Φυσικά αυτά που δεν γνωρίζω ούτε τα αγγίζω. Μαζεύοντας μανιτάρια έμεινα τελευταίος, έτρεξα σχεδόν να φτάσω τους άλλους που είχαν πέσει όμως για πλιάτσικο στις κουμαριές. Δεν μου αρέσουν τα κούμαρα, αλλά βοήθησα τους φίλους μου στην κατανάλωση τους.
Το ρίξαμε και λίγο στην βοτανολογία μέχρι που φτάσαμε στο εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία.
Εκεί βρήκαμε τους προπορευόμενους που έκαναν διάλειμμα. Τα καλά παιδιά της παρέας μου ήδη είχαν βγάλει το μπουκάλι με το τσίπουρο και έπαιρναν από ένα ποτηράκι για έξτρα δύναμη. Μπορεί οι φίλοι ορθόδοξοι ορειβάτες να φρικάρουν με τον τρόπο ζωής μας, εμείς όμως ανήκουμε στους light ορειβάτες (εγώ όχι ιδιαίτερα ελαφρύς ως προς το βάρος) και ο σκοπός δεν είναι κάποια κορυφή, αλλά να περάσουμε καλά. Με μέτρο βέβαια.

Μερικά λεπτά ξεκούραση και μια ομάδα γρήγορων ξεκίνησε πρώτη με φούρια, πιθανόν μην πατήσει εμάς τους αργούς. Έφυγε άλλη μια ομάδα με καθυστέρηση μερικών λεπτών. Καλή τακτική μη γίνει κυκλοφοριακή συμφόρηση στο στενό μονοπάτι.
Τελευταίοι φύγαμε εμείς το μεγαλύτερο μπουλούκι.
Ανηφορίσαμε λίγο έχοντας στο πλάι μας ένα φρέσκο οργωμένο χωράφι που ακόμα ανέδυε το μεθυστικό άρωμα του βρεγμένου χώματος και μετά από μερικά λιοστάσια με φορτωμένες ελιές που τις ζηλέψαμε για την ποσότητα καρπού μπήκαμε σε ένα θεϊκό φαράγγι. Ένα φαράγγι που σου έδινε την εντύπωση ότι δεν έβλεπε ποτέ ανθρώπους παρά μόνο νεράιδες, δρυάδες και νύμφες.

Ένα όμορφο δάσος από νεαρά πεύκα που την μονοτονία την έσπαζαν μια ποικιλία από κουμαριές και κουτσουπιές που τα φθινοπωρινά τους χρώματα ξεχώριζαν μέσα στην την πρασινίλα των πεύκων. Κάτω στη ρεματιά τα πλατάνια με τα κιτρινοκόκκινα φύλλα ακολουθούσαν τη ροή του ποταμιού και τραβούσαν την ανηφόρα.
Περπατήσαμε στην δεξιά μεριά της κοιλάδας μέχρι που συναντήσαμε την κοίτη του ρέματος χωρίς νερό με μεγάλες στρογγυλεμένες πέτρες. Συνεχίσαμε μέχρι που βρήκαμε πάλι το μονοπάτι που παλιότερα θα περνούσε από το κατεστραμμένο σήμερα τοξωτό γεφύρι.
Στη ρίζα του γεφυριού υπήρχε ένα όρυγμα σαν πηγάδι, που σύμφωνα με κάποιες πληροφορίες, το άνοιξαν κυνηγοί θησαυρών.
Ανηφορίσαμε την κόντρα με υπέροχη θέα στα δεξιά μας στην κοιλάδα με το παρθένο δάσος μέχρι που φτάσαμε σε έναν απόκρημνο βράχο που υψωνόταν σαν μονοκόμματη πέτρα. Από το στενό μονοπάτι πάνω από τον γκρεμό βρεθήκαμε σε μια σκάλα χτιστή από τούβλα που κατέβαινε στο εκκλησάκι της Αγίας Μαρίνας με το προαύλιο - μπαλκόνι πάνω από τον γκρεμό. Πιστεύω ότι είναι από τα πιο όμορφα τοπία της Ελλάδας. Βρίσκεται πάνω από τη συμβολή τριών ρεμάτων με βλάστηση τριγύρω που οργιάζει και το μάτι να χάνεται στο πράσινο των γύρω βουνών.
Είμαστε τόσοι πολλοί που έπρεπε να φύγουν οι πρώτοι για να προχωρήσουμε. Βγάλαμε τις φωτογραφίες ξεκουραστήκαμε λίγο και μετά κάναμε το διάλειμμα στην πίσω πλευρά του βράχου όπου υπήρχε χώρος να κάτσουν όλοι.
Βγάλαμε όλοι τα φαγώσιμα. Διαπίστωσα ότι ήμουν πολύ λίγο οργανωμένος σήμερα σε σχέση με τους άλλους που είχαν φέρει του Αβραάμ και του Ισαάκ τα καλά. Φυσικά τσίπουρο τριών λογιών, μάρκας Μελετούδη, Νάνη και Κατσιαούνου (μην τα ψάχνετε στα μαγαζιά) και κρασί Βετσόπουλου.
Δεν το παρακάναμε, αλλά μας έδωσε τα απαραίτητα φτερά να πετάξουμε προς το Βούντημα.
Το Βούντημα είναι ένα όμορφο οροπέδιο με βοσκοτόπια και πολλά γίδια. όλες οι βουκολικές μυρωδιές μας ήρθαν στα ρουθούνια, αρώματα μοναδικά, ακόμα και μια νότα κοπριάς στις άλλες μυρωδιές δίνει κάτι στο οσφρητικό μεγαλείο της φύσης. Περάσαμε δίπλα από τα κοπάδια, κάποια τσοπανόσκυλα μας κοίταξαν λοξά, καταλάβαιναν όμως ότι είμαστε φιλικοί και μας σνομπάρησαν γυρνώντας μας τα νώτα.
Διασχίσαμε το οροπέδιο και φτάσαμε στην διασταύρωση με το σκάμα της εταιρίας φυσικού αερίου, απ' όπου κατηφορίσαμε για τον Αυλώνα. Στο σταθμό έγινε μια γρήγορη σύσκεψη και αποφασίσαμε να πάμε για φαγητό στις Αφίδνες (Κιούρκα). Εκεί έγινε ένα παϊδάκια πάρτυ γιατί νοιώσαμε ήδη την έλλειψη των θερμίδων που χάσαμε στο δρόμο.
Σαν επίλογο θα ήθελα να προσθέσω ότι υπάρχουν φανταστικά μέρη δίπλα μας και δεν τα ξέρουμε. Συζητήσαμε να κάνουμε και μια διάσχιση από την Βόρεια πλευρά της Πάρνηθας στην Νότια. Θα κανονιστεί στο μέλλον.
Μη χαθούμε! Stay tuned! (Ρίξαμε και το γαλλικό μας)

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

Παρνασσός. Μονή Ιερουσαλήμ, Ακρινό νερό, Ζεμενό

Καλή η Πάρνηθα, αλλά το πολύ το κύριε ελέησον το βαριέται κι ο Θεός.
 Όλοι στην παρέα αποζητήσαμε μια εξόρμηση, λίγο πιο πέρα. Να ξεκολλήσουμε λίγο από την Πάρνηθα.
Το πρόγραμμα του ΕΟΣ Αχαρνών μας γαργάλησε την όρεξη.
Παρνασσός. Ένα πανέμορφο βουνό, άγριο μεγαλοπρεπές, προσωπικά τον θεωρώ όπως τον Όλυμπο και τον Ταΰγετο σαν κάτι που ξεφεύγει από την έννοια ενός καρούμπαλου πάνω στην επιφάνεια της Γης και αποκτά ιερή, θεϊκή υπόσταση.
Άλλωστε για τους Αρχαίους Έλληνες οι Δελφοί που είναι φωλιασμένοι στην νότια πλευρά του ήταν ο ομφαλός τη Γης.
Κυριακή πρωί λοιπόν έξω από το Δημαρχείο των Αχαρνών βρέθηκε η ομάδα μας να περιμένει το πούλμαν που έρχεται μισογεμάτο από την Ομόνοια με τους άλλους ορειβάτες. Η μέρα προμηνυόταν υπέροχη και οι ενημερωμένοι από τα δελτία της μετεωρολογίας ήταν αισιόδοξοι.
Ήρθε το πούλμαν και φύγαμε με κατεύθυνση την Δαύλεια Βοιωτίας.
Λίγο πριν την Δαύλεια κάναμε αριστερά με κατεύθυνση τον μεγαλειώδη όγκο του Παρνασσού. Κάπου στους πρόποδες του φαινόταν από μακριά μια όαση με μια μεγαλύτερη ποικιλία δένδρων, όχι βέβαια ότι γύρω ήταν έρημος, αλλά ήταν εντυπωσιακό το "πνίξιμο" στο πράσινο αυτού του κομματιού.
Κάποια κτίρια φάνηκαν ανάμεσα τους και καταλάβαμε ότι αυτό ήταν το Μοναστήρι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Ιερουσαλήμ. Μεγάλο και ιστορικό μοναστήρι. Δεν είχαμε πολύ χρόνο, έκανα μια πολύ γρήγορη περιήγηση στο χώρο του, ήταν εντυπωσιακά περιποιημένο και νοικοκυρεμένο.
Ένας χαδιάρης σκύλος με καλωσόρισε του μίλησα και με ακολούθησε, δηλαδή ακολούθησε όλους μας γιατί όσο και αν σας φανεί παράξενο μας συνόδεψε σε όλη την πορεία μας. Φαινόταν ότι ειχε ξανακάνει την διαδρομή γιατί ήξερε απο που θα πάμε.
> Ετοιμαστήκαμε στο πάρκινγκ του μοναστηριού βάλαμε-βγάλαμε ρούχα, φορτωθήκαμε το βιος μας και πήραμε το μονοπάτι που ανηφόριζε μέσα στο πυκνό ελατοδάσος.
Η ανηφόρα ήταν μονότονα ατελείωτη για μια ανάβαση μεγάλης κλίσης και για 800 μέτρα υψομετρικής διαφοράς. Από τα 1500 μέτρα υψόμετρο η κλίση μετριάστηκε, μπήκαμε στην αλπική ζώνη και το μονοπάτι ανέβαινε με ζιγκ ζαγκ. Το οροπέδιο ήταν καλυμμένο με κοντό πράσινο χορτάρι σαν χαλί, απόλαυση για πόδι και το μάτι. Ο αέρας ξηρός, δεν φυσούσε, έκανε κάποιες μικρές ριπές που για το άναμμα της ανάβασης ήταν δροσιστικές. Εκεί πάνω όλα αποκτούν μια διαύγεια το νοιώθεις ακόμα και μέσα στο μυαλό σου, η ζωή σου χαμογελά, ανεξάρτητα από τι μιζέρια είμαστε λεκιασμένοι από την διαβίωση μας στην πόλη.
Το επίπεδο οροπέδιο μας έφερε προς την νότια πλευρά του βουνού, όπου υπάρχουν δυο πηγές. Εδώ είναι το Ακρινό νερό. Το μέρος που κάναμε το μεγάλο διάλειμμα.
Αλλοι ξάπλωσαν στο χορτάρι, άλλοι πιάσαμε μια κοτρώνα, βγάλαμε τα φαγώσιμα, αρχίσαμε να μασουλάμε, βγήκε και το μπουκάλι με το κρασί. Ο Δημήτρης Βετσόπουλος μου προτεινε ενα ποτηράκι, δεν είχα όρεξη για κρασί εκείνη την ώρα, με ρώτησε αν είμαι σίγουρος, αλλά μου ήρθε η φλασιά ότι επρόκειτο για το δικό του υπέροχο κρασί από σταφύλια Cabernet και Μεσογείων, οπότε δεν ήθελα παρακάλια, έτσουξα κανα δυο ποτηράκια.
Ήπια και ένα μπουκαλάκι νερό από την πηγή το γέμισα πάλι για το δρόμο και κάθισα με την πλάτη σε ένα βράχο και τα πόδια τεντωμένα πάνω στο χορτάρι με κατεύθυνση το λιβαδάκι που απλωνόταν μπροστά μου. Το οροπέδιο είναι μια κοιλάδα που έχει προς την ανατολική πλευρά την κορυφή Κούβελος και από την άλλη την οροσειρά Μαύρα λιθάρια. Δεν ξέρω γιατί τα λένε μαύρα, εγώ άσπρα τα είδα. Αποτελούνται από μια μάζα ασβεστόλιθου με μεγάλες σάρες στα χαμηλότερα.
Δεν υπήρχε προθυμία να σηκωθούμε για αρκετή ώρα. "Είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα".
Δεν ήταν να μας πιάσει όμως και η νύχτα εκεί πάνω, οπότε ο πολύ οργανωτικός αρχηγός μας, ο Παναγιώτης   Μουστάκης  έκανε προσκλητήριο για την συνέχιση της πορείας. Με πιο ελαφριά τα πόδια τώρα συνεχίσαμε μέχρι την νότια άκρη του οροπεδίου, όπου αντικρίσαμε τον Κορινθιακό και τα βουνά της Πελοποννήσου.
Από κει με την πλάτη μας προς την κορυφή Μπαϊντανόραχη αρχισαμε να κατηφορίζουμε προς τον δρόμο Λειβαδιάς - Αράχωβας βλεποντας χαμηλά και δεξιά μας ένα μέρος της Αράχωβας.
Η κατηφόρα ήταν απότομη μας καταπόνησε αρκετά τα πόδια μας. Υπάρχει μια παροιμία που λέει: Ο ανήφορος θέλει ψυχή και ο κατήφορος ποδάρια".
Χαμηλότερα άρχιζε το δάσος με τα έλατα, ρουφούσαμε λαίμαργα την χαρακτηριστική  οσμή του ελατοδάσους, άρχισε τόμως το βασανιστήριο της ανφοράς σε φαγητά σε τσικνες και λοιπά, οπότε είχαμε ένα κίνητρο να επιταχύνουμε το βήμα μας.
Ισα που προλάβαμε όμως, ή ταβέρνα ό Άγγελος στο Ζεμενό έκλεινε, τους ξανανοίξαμε όμως εμείς και απόλαυσα το κοκκινιστό μου μοσχάρι με μακαρονάδα. Δοκίμασα όμως και καταπληκτικούς λαχανοντολμάδες.
Το κρασάκι συμπλήρωσε την αίσθηση, του ότι όλο το σύμπαν συνωμοτεί να νοιώθουμε καλά.

Ένας υπνάκος μέσα στο πούλμαν έκλεψε μερικά χιλιόμετρα από την διαδρομή, έτσι φτάσαμε στο Μενίδι μέχρι να πεις Παρνασσός.

Η διαδρομή

Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2012

Ανάβαση της Χούνης με ομίχλη


Συμφωνήσαμε η παρέα να ανεβούμε την Πάρνηθα και να κάνουμε πικνικ κάπου στη Μόλα ή στην Αγία Τριάδα. Ετοιμάσαμε ο καθένας τα δικά του, με την Μαρία μα κερδίζει κατά κράτος με την προετοιμασία της που ήταν σαν catering για γάμο.

Από το facebook τις προηγούμενες μέρες η συζήτηση άναψε με τα πως, τα που και τα τι. Απειλήθηκε ακόμα και αρπαγή του ταψιού του μουσακά της Μαρίας, αλλά τελικά επήλθε συνεννόηση και ειρήνη. Η μετεωρολογία όμως προέβλεπε βροχή όλο το πρωί με μια επιδείνωση μετά το μεσημέρι.
Η ομάδα δεν πτοήθηκε. Στις 9 το πρωί της Κυριακής άπαντες παρόντες.

Ενισχύθηκε με φίλους που δεν είχαν ενημερωθεί, αλλά βρέθηκαν στην αφετηρία και μπήκαμε στο μονοπάτι για το φαράγγι της Χούνης. Είχε νοτιά και η υγρασία ήταν αποπνικτική.

Περπατούσαμε στην ανηφόρα και ο ιδρώτας έτρεχε. Πάνω ψηλά μια ομίχλη αιωρούνταν πάνω από τις κορυφές των βράχων του φαραγγιού με μια απειλή βροχής. Είχαμε μαζί μας αδιάβροχα, αλλά η βροχή δεν είναι κάτι που σε ενθουσιάζει, γιατί στην ανηφόρα με ζέστη και αδιάβροχο γίνεσαι μούσκεμα από τον ιδρώτα.

Η βροχή όμως δεν ήρθε. Πάνω ψηλά το μονοπάτι χωρίζεται στην κανονική και ήπια διαδρομή και στο μπλε μονοπάτι με πιο έντονη ανηφόρα.

Διαλέξαμε την δύσκολη.

Μας ταλαιπώρησε λίγο, αναρωτηθήκαμε μήπως ψήλωσε το βουνό μέχρι να φτάσουμε, αλλά ξαφνικά μέσα από την ομίχλη ξεπρόβαλαν τα κτίρια του καταφυγίου στο Φλαμπούρι.
Μπήκαμε στο καταφύγιο πιασαμε το τραπέζι δίπλα στο τζάκι να στεγνώσουμε και ο φίλος Μιχάλης Νάνης έκανε ένα θαύμα.

Έβγαλε από το σακίδιο μια καταπληκτική ηπειρώτικη χορτόπιτα που την έφτιαξε η μάνα του με τα χεράκια της και ένα μπουκάλι ηπειρώτικο τσίπουρο. Να πούμε ότι θελήσαμε να αντισταθούμε δεν θα μας πιστέψετε. Τα δικά μας τα φαγητά είχαν μείνει στα αυτοκίνητα κάτω. Ένα απεριτιφ στο βουνό χρειαζόταν. Το δεύτερο θαύμα ήταν που εξαφανίσαμε την πίτα, το τσίπουρο και κάτι ψιλά (γραβιέρες, μύγδαλα, ξερά σύκα κ.α). Μετά το απεριτίφ αφήσαμε την θαλπωρή του καταφυγίου και πήραμε τον συντομότερο δρόμο επιστροφής. Κατηφορίσαμε προς την Γούρνα και από κει ανεβήκαμε την πλαγιά για το τελεφερικ.


Ο Χρήστος Βαρελάς μας προσκάλεσε στο κτήμα του στο Μενίδι όπου απλώσαμε τα φαγητά μας πάνω σε δυο τραπέζια και επιδοθήκαμε στο σπορ που έπεται της ορειβασίας με συνοδεία των γέλιων μας  και τις φωνές των ζώων που φιλοξενεί ο Χρήστος στο κτήμα του. Πάπιες, χήνες, κότες γαλοπούλες, ελαφια.


Δοκιμάσαμε και το νέο (απίθανο) κρασί από το γιοματάρι του Δημήτρη Βετσόπουλου και μια ακόμα Κυριακή έκλεισε με την αποχαύνωση της σωματικής και ψυχικής απόλαυσης.

Η διαδρομή 

Facebook like

CURRENT MOON